Friday, December 28, 2007

Raven Blues

Περπατούσε αργά και βαριά. Βήματα μετρημένα σα να τα είχε ζυγίσει πριν. Μαύρο καπέλο χαμηλά στα μάτια, μαύρες μπότες με κομμένο τακούνι, φθαρμένο δερμάτινο παντελόνι, μακριά μαύρη καμπαρτίνα, αγκράφα στη ζώνη ένα κοράκι με ανοιχτά φτερά. Έφτασε στο Ravenloft, γωνία Vanderbilt Avenue και 55th Street. Η λάμπα νέον τρεμόπαιξε μόλις πήγε να περάσει την πόρτα. Κοντοστάθηκε για λίγο. Έβαλε μια καραμέλα στο στόμα, χαμήλωσε το καπέλο, έσπρωξε την πόρτα και μπήκε στο μπαρ. Πήγε κατευθείαν στη θέση του. 'Ενα σκαμνί, το μικρόφωνο μπροστά του. Ακούμπησε τα χέρια πάνω στα πλήκτρα. Ο θόρυβος κόπηκε μονομιάς όταν άναψε ένα μοναδικό σποτ μπροστά στο πιάνο. Κανείς δεν ήξερε γιατί προτιμούσε να μη φαίνεται, κι έτσι περίμεναν τη μουσική του μόνο. Του άρεσε αυτό. Ξεκίνησε σε ρε ελάσσονα.

Δεν ήξερα ποιος δρόμος σου απόψε θα με βγάλει
σε τούτη την πολύβουη κι ανούσια γιορτή
με σκέψεις δανεικές και μια μπαντάνα στο κεφάλι
απόθεσα τα δώρα μου με μιαν ευχή κοφτή.

Οι επαίτες της παλιάς χρονιάς, της νέας αυγής κολλήγοι
διαρκώς σε τριγυρίζουνε και δίπλα σου ανθίζουν
μιλιούνια οι καλεσμένοι σου, κι οι φίλοι σου είναι λίγοι
να κείτετ' ο χρόνος νεκρός κι αυτοί να σατιρίζουν.

Ταξίδεψες σε άγνωστα πελάγη μανιασμένα
με μιαν ελπίδα απόκρυφη στο μέρος της καρδιάς
τα χείλια σου ψελλίζανε σκοπούς, μελανιασμένα
κι ο κόσμος σου ένα σουβενίρ μαύρης βαλανιδιάς.

Σαν γύρισες απόμεινε η συνήθεια για χρόνια
να φέρνουνε οι φίλοι σου τα δώρα στο λιμάνι
μα η σιωπή στο βλέμμα σου κρατά θαρρείς αιώνια
κι έτσι ξορκίζεις τον χαμό με αλμυρό λιβάνι.

Δεν ήξερα ποιος δρόμος σου απόψε θα με βγάλει
σε τούτη την πολύφημη κι ανούσια προσφυγή
μα ήσουν εκεί, αγνάντευες το πέλαγος και πάλι
δέκα μποφώρ, κι οι σκέψεις σου σε άτακτη φυγή...

Η βραχνιασμένη φωνή έσβησε απαλά στις τελευταίες συγχορδίες. Έμεινε για λίγο ακίνητος. Με χαμηλωμένο το κεφάλι σηκώθηκε, πήρε την καμπαρτίνα του και βγήκε από το μπαρ. Δεν άκουσε ποτέ τα θυελλώδη χειροκροτήματα που ξέσπασαν ούτε είδε κάποια δάκρυα να σκουπίζονται βιαστικά. Βάζοντας μια καραμέλα ακόμη στο στόμα του χάθηκε μέσα στη νύχτα όπως είχε έρθει. Αθόρυβα.